A Little Death Around The Eyes

315310_450835431616012_311158295_n

Αθήνα. Σεπτέμβριος 2009

Θυμάμαι εκείνο το βράδυ που παραπατήσαμε έξω από το Pop μεθυσμένοι, χαζογελώντας χωρίς σταματημό, και καθίσαμε στον μουσκεμένο από την βροχή πεζόδρομο. Ανάψαμε εκείνο το τσιγάρο που σου είχα υποσχεθεί και περιμέναμε και τους υπόλοιπους να κάνουν την έξοδο τους. Σε ρώτησα τι θα έκανες αν γνώριζες πως ο κόσμος όπως τον ξέρουμε έφτανε στο τέλος του. Πως θα περνούσες την τελευταία σου μέρα, τις τελευταίες σου ώρες. Μου απάντησες πως κατά πάσα πιθανότητα θα συγκέντρωνες όλους σου τους φίλους και τους εραστές και θα τους έβαζες να ακούσουν τα πιο λυπημένα τραγούδια, τις πιο θλιμμένες μελωδίες που θα μπορούσες να σκεφτείς εκείνη την στιγμή. Έκπληκτος σε κοίταξα και ξέσπασα σε γέλια. “Μα αυτό δεν είσαι εσύ, σε καμία περίπτωση, πως είναι δυνατόν?”. “Τι εννοείς”, μου αποκρίθηκες. Συμμάζεψα λίγο τις σκέψεις μου και προσπάθησα να τις εκφράσω χωρίς να γίνω επικριτικός ή απόλυτος. Πάντα μου έδινες την εντύπωση του party animal, του αιώνιου ηδονιστή που σε μια τέτοια περίπτωση θα διοργάνωνες το πιο έκφυλο πάρτι που μπορεί να σκεφτεί ο ανθρώπινος νους. “Και τι είναι αληθινό σε ένα τέτοιο πάρτι, ποιος είναι αληθινός σε μια τέτοια κατάσταση?”, μου απάντησες, δημιουργώντας μου ένα συναίσθημα αποστροφής για αυτό που είπα. “Δεν είμαστε οι επιθυμίες μας”, συνέχισες. “Οι επιθυμίες μας και η ικανοποίηση τους δεν είναι τίποτα άλλο παρά η προβολή μιας ιδεατής κατάστασης που έχουμε για την απόλυτη ευτυχία… Η βίωση της ουτοπίας δεν μπορεί να διαρκέσει παραπάνω από έναν οργασμό ή μία εκσπερμάτωση, με όσες γραμμές και αν γαμήσεις τον εγκέφαλο σου· τίποτα αληθινό δεν θα κάνει την εμφάνιση του σε αυτή την κατάσταση”. Σε κοίταξα αμίλητος και χωρίς να μπορώ να ορθώσω μια λέξη. “Γιατί όμως τα πιο θλιμμένα τραγούδια?”, σε ρώτησα ανήμπορος να αντιπαραβάλλω οποιοδήποτε άλλο επιχείρημα. “Γιατί τα πιο αληθινά συναισθήματα τα νιώθεις στις πιο δυσάρεστες καταστάσεις, εκεί που νιώθεις πως τα πάντα είναι πέρα από το έλεγχο σου, τι είναι αληθινό όταν ελέγχεται και χειραγωγείται από την λογική?”. “Και θες να μου πεις ειλικρινά πως έτσι θα περνούσες την τελευταία σου μέρα στον κόσμο, με κρασί και λυπημένα τραγούδια δηλαδή?”, του είπα πεισμώνοντας. “Ε, εντάξει αν όλο αυτό κατέληγε σε όργιο για να καλύψουμε και τις ηδονιστικές μας ανάγκες, δεν θα ήταν κακό”, μου αποκρίθηκες προσπαθώντας χωρίς αποτέλεσμα να καταπιείς το γέλιο σου.

Αθήνα. Νοέμβριος 2015

Ξύπνησα από την πατούσα της Σαχά στο πρόσωπο μου και με το χειρότερο hangover των τελευταίων 10 χρόνων να κατοικεί στον εγκέφαλο μου. Το σαλόνι έμοιαζε με σκηνικό από βιογραφική ταινία για τον Bukowski. Τάισα την παχουλή και αισθαντική ντίβα, κάλυψα όλα τα ανοίγματα από όπου μπορούσε να εισβάλει ο ήλιος και καθάρισα όσο μπορούσα τον χώρο. Η ιδέα μου να τσεκάρω το facebook έπειτα από πέντε μέρες αποχής απεδείχθη ως η χειρότερη που είχα εκείνη την ημέρα. Αίμα, τρόμος, θάνατος, Γαλλικές σημαίες και ένας εμετός ρατσιστικών “απόψεων” και “αναλύσεων” περί τρομοκρατίας και Ισλάμ. Αναλογίστηκα όλα αυτά που είχαν συμβεί το προηγούμενο βράδυ. Την άφιξη μου στο σπίτι του Α και της Ι. Τις αγκαλιές, τα φιλιά, τα χαμόγελα και την ατυχή ενημέρωση για την πτώση του Σαμίρ από τον έκτο όροφο το προηγούμενο βράδυ. Ο σχεδόν καλοκαιρινός καιρός της Αθήνας μας επέτρεψε να κάτσουμε στο μπαλκόνι και να μεθύσουμε υπό τους ήχους της αγαπημένης μου περιοχής σε αυτή την πόλη. Είχαν περάσει δυο χρόνια από την τελευταία φορά που είχαμε κάτσει στο ίδιο ακριβώς σημείο και είχα χαρεί για μερικές ώρες την ζεστασιά που εκπέμπουν τα πανέμορφα πρόσωπα τους. Μόνο που αυτή την φορά τα χαμόγελα έμοιαζαν να είναι αποτέλεσμα πλαστικής επέμβασης και τα λόγια που ανταλλάσσαμε εξατμίζονταν στον αέρα χωρίς κανένα ουσιαστικό αντίκτυπο. Τίποτα δεν έμοιαζε αληθινό σε αυτή την συνάντηση, εκτός από αυτόν τον μικρό θάνατο γύρω από τα μάτια τους. Γνωρίζω πολύ καλά πως είναι να χάνεις το αγαπημένο σου κατοικίδιο και σε καμία περίπτωση δεν ήθελα η παρουσία μου να αποτρέψει την ουσιαστική αναγκαιότητα του θρήνου για μια τέτοια απώλεια. Συνέχισα να τους γεμίζω τα ποτήρια με Jameson, συνέχισα να στρέφω την συζήτηση στον Σαμίρ, συνέχισα να βάζω τα πιο θλιμμένα τραγούδια που μπορούσα να σκεφτώ εκείνη την στιγμή, συνέχισα να εκβιάζω την συνάντηση μας προς την συναισθηματική έκρηξη που έπρεπε να συμβεί. “Του το χρωστάτε”, έλεγα από μέσα μου, προσπαθώντας να δικαιολογήσω τις ύπουλες πρακτικές που χρησιμοποιούσα για να δω επιτέλους τα δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια τους. “Μου το χρωστάτε ρε, αυτό ακριβώς, τον θρήνο σας, τα δάκρυα σας, την αλήθεια σας και σας υπόσχομαι να χορέψω γαμώ-grimes όταν αυτό το πάρτι κορυφωθεί και φτάσει στην λήξη του, λίγες ώρες πριν το τέλος του κόσμου”.

Αθήνα. Νοέμβριος 2015

Και τώρα βρίσκομαι εδώ, στο εθνικό αστεροσκοπείο των Αθηνών και προσπαθώ να μαντέψω που ήπιες το ποτό σου για τελευταία φορά. Ποιο ήταν το σημείο που παραπάτησες και σε ποιο σημείο του πάρκινγκ, που απλώνεται από κάτω, προσγειώθηκε το σώμα σου. Προσπαθώ να καταλάβω αν όντως παραπάτησες, αν σε έσπρωξαν ή αν για κάποιο λόγο αποφάσισες να δώσεις ένα πρώιμο τέλος στην νέα αρχή που αποφάσισες να κάνεις σε αυτή την πόλη. Κανείς δεν μπόρεσε να μου δώσει μια γαμημένη απάντηση σε αυτό και κανένας ποτέ δεν θα μπορέσει να το κάνει. Θα μείνει για πάντα ένας άλυτος γρίφος, όπως και η προσωπικότητα σου, αυτή που με επιμέλεια και αφοσίωση φρόντιζες πάντα να καλύπτεις κάτω από το ηδονιστικό σου παραλήρημα και την αβάσταχτη ελαφρότητα του καυστικού σου χιούμορ. Δεν θα μάθεις ποτέ πόσο λυπήθηκα που δεν σε είδα εκείνη την μέρα στο Λονδίνο και πόσο θα ήθελα να σε δω εδώ, στην Αθήνα. Σε αυτή την πόλη που αποφασίσαμε να εγκαταλείψουμε την ίδια περίπου περίοδο. Δεν θα μάθεις ποτέ, ότι απέφυγα να συναντήσω όλους τους κοινούς μας γνωστούς γιατί φοβόμουν να κοιτάξω τα πρόσωπα τους και να θυμηθώ όλα αυτά που αγάπησα σε σένα. Ή μήπως ήταν ο τρόμος που θα μου προκαλούσε η θλίψη στα μάτια τους? Η αλήθεια τους. Ίσως να είχες δίκιο εκείνο το βράδυ. Τα πιο αληθινά συναισθήματα δημιουργούνται από τις πιο δυσάρεστες καταστάσεις και η εμφάνιση τους είναι ικανή να μας τρέψει σε φυγή.  Ξέρω πως αν προσπαθήσω αρκετά, θα είμαι σε θέση να ακούσω τον γδούπο που έκανε το σώμα σου όταν προσέκρουσε στην άσφαλτο και αυτό είναι μια αλήθεια την οποία θα ήθελα να αποφύγω. Γνωρίζω πως θα ήταν πιο λογικό να επισκεφτώ το νεκροταφείο στο οποίο βρίσκεσαι και να αφήσω ένα λουλούδι στον τάφο σου, αλλά και αυτό είναι μια αλήθεια την οποία θέλω να αποφύγω. Ίσως γιατί είναι από εκείνες τις φορές που χρειάζομαι αυτόν τον γαμημένο έλεγχο. Την αποτελεσματική χειραγώγηση των συναισθημάτων. Ίσως γιατί είμαι δειλός. Ίσως γιατί το έχω ξαναζήσει αυτό, με κάθε του φρικιαστική λεπτομέρεια και ακόμα γλύφω τις πληγές μου. Ίσως γιατί προτιμώ να επαναφέρω στο μυαλό μου την φωνή σου και το πρόσωπο σου να χαμογελάει κάτω από τον Αττικό ουρανό. Ίσως γιατί έφυγες πριν το τέλος του κόσμου και το πάρτι που ετοιμάζουμε θα είναι λειψό χωρίς εσένα.

Αντίο…

This is for you….

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: