The Children Of Men

Cover Art | "Untitled" by Kyriakos Papargeorgiou
Προσπαθούσε να θυμηθεί την τελευταία φορά που αυτοκτόνησε, δεν έπρεπε να είχε περάσει πολύς καιρός από εκείνο το Αυγουστιάτικο απόγευμα. Έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να φέρει στο μυαλό του το άρωμα του after shave που είχε χρησιμοποιήσει μετά το ξύρισμα, την μυρωδιά του πράσινου σαπουνιού με το οποίο είχε κάνει μπάνιο. Θυμήθηκε τον εαυτό του να κάθεται στο μπαλκόνι του σπιτιού του και να απολαμβάνει τον καφέ του. Τα μαλλιά του, νωπά ακόμα, γυάλιζαν κάτω από τις εναπομείναντες ακτίνες ενός ήλιου που ετοιμαζόταν να χαθεί πίσω από την γραμμή του ορίζοντα. Το πρόσωπο του ήταν κουρασμένο και το δέρμα του έμοιαζε σαν το κάλυπτε μια λευκή μεμβράνη. Άναψε ένα τσιγάρο και ένιωσε τον καπνό να εισέρχεται στο στόμα του και να ανακατεύεται γλυκά με την γεύση μέντας που του είχε αφήσει η οδοντόπαστα. Κοίταξε με γυάλινο βλέμμα το βαθύ κόκκινο που αντανακλούσαν τα σύννεφα στον ουρανό. Μικρός πίστευε πως κάθε χρώμα είχε την δική του ξεχωριστή μυρωδιά και ήταν τόσο ισχυρή αυτή του η πεποίθηση που δεν μίλησε για δύο χρόνια, όταν οι καθηγητές του τον διαβεβαίωσαν πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Κάτω από το μπαλκόνι ακούγονταν οι φωνές των παιδιών που έπαιζαν στην μικρή τεχνητή λίμνη που ο ίδιος είχε κατασκευάσει, χρησιμοποιώντας παλιά νομίσματα και κόκαλα ψαριών που ξέβραζε ο ωκεανός στην παραλία που απλωνόταν μπροστά από το σπίτι του. Υπήρχαν στιγμές που ένιωθε το νερό να σκεπάζει το άψυχο κορμί του και να κλείνει τις πληγές που στόλιζαν τους καρπούς των χεριών του. Ο ωκεανός είχε πάντα τον τρόπο του να φροντίζει αυτούς που αγαπάει και πολύ περισσότερο αυτούς που μισεί και απεχθάνεται. Οι φωνές των παιδιών είχαν πάψει να ακούγονται, ο ίδιος γνώριζε εκείνη την σιωπή καλύτερα και από το αγαπημένο του τραγούδι. Μικρός πίστευε ότι μπορείς να παγιδέψεις την σιωπή και να την αποθηκεύσεις σε μικρά δοχεία φτιαγμένα από πηλό και ανθρώπινο λίπος και ήταν τόσο ισχυρή αυτή του η πεποίθηση που δεν μίλησε για δύο χρόνια, όταν οι θετοί του γονείς τον διαβεβαίωσαν πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί. Γνώριζε πως κάθε λεπτό που περνούσε τον έφερνε και πιο κοντά σε εκείνη την λυτρωτική πράξη, την μόνη που μπορούσε να απορροφήσει το σκοτάδι που κατοικούσε κάτω από δέρμα του. Συνέχισε να καπνίζει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο μέχρι να νιώσει τους πνεύμονες του να ασφυκτιούν από τον καπνό. Σε λίγο η κάθε του εισπνοή συνοδευόταν από ένα πνιγμένο ρόγχο που έμοιαζε με τον ήχο που παράγουν οι σκουριασμένες μηχανές ενός στοιχειωμένου πλοίου. Τσαλάκωσε το άδειο πακέτο των τσιγάρων και ήπιε την τελευταία γουλιά καφέ που είχε απομείνει στο φλιτζάνι του.

The You And What Army Faction

Ο ήλιος είχε πλέον βυθιστεί στον σκοτεινό ωκεανό και τα παιδιά τον περίμεναν στην τεχνητή λίμνη που ο ίδιος είχε κατασκευάσει, χρησιμοποιώντας κόκαλα ζώων, τα οποία είχε χτυπήσει με το αυτοκίνητο και μπουκάλια από μινιατούρες ποτών που έκλεβε από φτηνά ξενοδοχεία. Τα παιδιά τον περίμεναν εκεί και από τα χείλη τους ακουγόταν ένα αρχαίο νανούρισμα που διηγείται την ιστορία των άφυλων γιγάντων, που ζευγάρωσαν με τα παιδιά των ανθρώπων και οι οποίοι, για να γλυτώσουν την τιμωρία των θεών, σκότωσαν τα παιδιά των ανθρώπων και φόρεσαν το δέρμα τους για τους ξεγελάσουν. Με το τελευταίο τσιγάρο καρφωμένο στα χείλη έφτασε στην άκρη της λίμνης και άπλωσε τα χέρια του προς το μέρος των παιδιών. Εκείνα, χωρίς να σταματήσουν το τραγούδι, τον περικύκλωσαν και δύο από αυτά τύλιξαν τα μικρά τους χέρια στα δικά του και άρχισαν να τον οδηγούν προς την παραλία. Ένα κοπάδι από γλάρους είχε μαζευτεί πάνω από μια σωρό που μόλις είχε ξεβράσει η θάλασσα. Τα παιδιά τον οδήγησαν μπροστά από την σωρό και ένιωσε τα χέρια τους να αφήνουν τα δικά του. Παρατήρησε για λίγο την άμορφη μάζα και έπειτα γονάτισε και άρχισε να αποσπά από πάνω της την λευκή ζελατίνα που την κάλυπτε. Τα δάχτυλα του χώνονταν με μανία στο κολλώδες υλικό και σε λίγα λεπτά ο χώρος γύρω από τον σωρό είχε γεμίσει με κομμάτια λευκού δέρματος. Λογικά, Θα έπρεπε να τρομάξει βλέποντας το πρόσωπο του να κάνει την εμφάνιση του κάτω από την λευκή ζελατίνα. Κοίταξε ψύχραιμος τον εαυτό του να κείτεται στην άμμο, καθώς εκείνος προσπαθούσε να σαλέψει και να συρθεί προς το μέρος του. Γνώριζε πως έπρεπε να τον σκοτώσει πριν ανοίξει τα μάτια του και τον κοιτάξει. Ένα από τα παιδιά τον πλησίασε και του έβαλε στο χέρι του το μαχαίρι, η αίσθηση της παγωμένης λαβής τον έκανε να κινηθεί γρήγορα και αποφασιστικά. Ένα χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού ήταν αρκετό. Δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην επιθυμία να γευτεί τις σταγόνες από το αίμα που τινάχτηκε και έφτασε τις άκρες των χειλιών του. Η γεύση του ήταν γνώριμη, ξύδι, μέταλλο και φόβος. Άφησε πίσω του το πτώμα και περπάτησε μέχρι την άκρη της παραλίας, εκεί που τα κύματα αποθέτουν και διεκδικούν ζωντανούς και πεθαμένους. Έσφιξε το μαχαίρι δυνατά στο χέρι του και μπήκε στο νερό. Ο ωκεανός είχε πάντα τον τρόπο του να φροντίζει αυτούς που αγαπάει και πολύ περισσότερο αυτούς που μισεί και απεχθάνεται.

Τα παιδιά κατευθύνθηκαν προς την τεχνητή λίμνη για να παίξουν, είχαν αρκετή ώρα έως ότου ο ωκεανός ξεβράσει την σωρό.

Listen The Slit E.P Here

Read Also Here and Here

Comments
4 Responses to “The Children Of Men”
  1. ScaryRabbi says:

    Είχα ένα φίιιιλο κάποτεςςς…το κείμενο δε το διάβασα.Θα το κάνω αφού γράψω κι εγώ ένα για το δίσκο,μήπως και γλιτώσω το copy…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: