To Live And Die In Berlin (Kind Of A Mixtape)

(To download the two mixtapes, press the playlist images down below)

Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από την οθόνη. Χωρίς καμία αντίδραση αφέθηκα στο ταξίδι που δημιουργούσαν οι εικόνες και οι ήχοι που συνέθεταν την ταινία. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα είχα μεταφερθεί σε εκείνη την περίοδο που πάντα θεωρούσα το δυνατότερο deja vu της ζωής μου. Το μυαλό μου πάλευε να αναγνωρίσει δρόμους και κτίρια, ενώ σε κάθε δεδομένη ευκαιρία προσπαθούσα να αναγνωρίσω τον εαυτό μου σε κάποιο από τα πρόσωπα που φευγαλέα περνούσαν μπροστά από την κάμερα. Ένιωθα την ακατανίκητη επιθυμία να μεταφερθώ σε εκείνη την περίοδο. Την δυνατότητα να αφήσω τα πάντα πίσω μου και να βρεθώ μπροστά από το τείχος του Βερολίνου, κάπου στο Kreuzberg καθώς κατευθύνομαι στην κατάληψη που παίζουν οι Einstürzende Neubauten. Ήταν η δεύτερη φορά που έβλεπα την συγκεκριμένη ταινία, την οποία ανακάλυψα τυχαία στο wall μιας φίλης. Θυμήθηκα τον εαυτό μου, όταν επισκέφτηκα για πρώτη φορά το Βερολίνο, χαμένο στην πόλη να ακολουθεί τα ίχνη του τείχους βασιζόμενος σε μια τσαλακωμένη εκτύπωση του παλιού χάρτη. Ώρες ολόκληρες τριγυρνούσα με ενθουσιασμό μικρού παιδιού, παρακάμπτοντας πλατείες και ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα, προσπαθώντας να ολοκληρώσω εκείνη την διαδρομή. Να παρατηρήσω όλα αυτά που έχουν παραμείνει από εκείνη την περίοδο ή έστω όλα αυτά που θα μπορούσαν να την θυμίζουν. Δεν ήταν ο ψυχρός πόλεμος αυτό που με ενδιέφερε, ούτε καν η τραγική πραγματικότητα που αντιμετώπιζαν οι Βερολινέζοι της κάθε πλευράς. Ήταν πολύ περισσότερο το αποτέλεσμα αυτής της τραγικής κατάστασης, η πολιτισμική έκρηξη που συνέβη στην Δυτική του πλευρά και η τέχνη που ανέδειξε αυτό το μικρό κομμάτι μιας διχοτομημένης πρωτεύουσας.

“David Bowie and Iggy Pop”

Όλοι εκείνοι οι ήρωες που περπάτησαν αυτούς τους δρόμους αφήνοντας πίσω τους τα σημάδια εκείνα που θα αναζητούσαν έπειτα άτομα σαν εμένα. Η νοητική γραμμή που χωρίζει το παρελθόν από το παρόν, το φάντασμα που για την ύπαρξη του είσαι πεπεισμένος είτε από τις πληροφορίες με τις οποίες έρχεσαι σε επαφή, είτε από τις διάσπαρτες ενδείξεις των οποίων την ύπαρξη μαντεύεις ή απλά φαντασιώνεσαι. Όλοι εκείνοι που προέρχονταν από μια γενιά που γαλουχήθηκε στο γκρίζο τοπίο μιας πόλης θλιμμένης, πνιγμένη στην ντόπα. Η τέχνη ως αυτοκαταστροφή, η αυτοκαταστροφή ως τέχνη. Το Kreuzberg περικυκλωμένο από τρία αμερικάνικα φυλάκια και η περιοχή να βυθίζεται στην γοητεία της παρακμής η οποία όμως θα ήταν η αιτία για την ουσιαστικότερη δημιουργία, εκείνης που δεν ελπίζει σε τίποτα. Μια πόλη που διάβασε το punk περισσότερο ως αναβίωση του ντανταϊσμού και λιγότερο ως μόδα, άνθρωποι που είδαν λίγο πιο πέρα από την στιλιζαρισμένη οργή μιας εξέγερσης που απορροφήθηκε από την βιομηχανία, πριν προλάβει να σκάσει στα μούτρα της θατσερικής Αγγλίας. Ο David Bowie και ο Iggy Pop στην καλύτερη στιγμή της καριέρας τους παίζουν live στο SO36 και αυτοί που αποτυπώνουν το γεγονός είναι τραβεστί, ομοφυλόφιλοι, Τούρκοι και καλλιτέχνες όπως ο Nick Cave και η Lydia Lunch στα πρώτα βήματα της καριέρας τους ή μάλλον των ουρλιαχτών τους. Ο Bowie θα δηλώσει λίγα χρόνια αργότερα πως ποτέ δεν ένιωσε τόσο έντονο το συναίσθημα της ελευθερίας, όσο σε εκείνα τα χρόνια που πέρασε στο Βερολίνο. Οι στοιβαγμένοι Τούρκοι στο γκέτο του Neukölln μάλλον δεν μοιράζονταν την ίδια άποψη, ακόμα και αν ο ίδιος τους αφιέρωσε το ομότιτλο τραγούδι στο Heroes. Η ισορροπία του τρόμου μιας επιλεκτικής τυραννίας και η αφύπνιση μιας ομάδας ανθρώπων που αποφάσισαν να αντιδράσουν. Για μερικά χρόνια το Βερολίνο αιχμαλώτισε την γεύση της ήττας μιας ολόκληρης γενιάς και την αποτύπωσε σε τοίχους και βιβλία, σε ποιήματα και τραγούδια, σε πίνακες και φωτογραφίες, σε Super 8 και Beta, σε καταλήψεις και επεισόδια, κάτω από τις κάννες μουδιασμένων στρατιωτών που ένιωθαν την σιωπή ενός αόρατου πολέμου να χαϊδεύει την σκανδάλη των όπλων τους.

“Wolfgang Müller and Blixa Bargeld ”

“Κάτι για το Βερολίνο” ήταν ο τίτλος του πρώτου mail που δέχτηκα από Ελλάδα, όταν ήπια τον πρώτο μου καφέ στο Βερολίνο. Ο ρακένδυτος μου είχε στείλει απλά αυτό το link, χωρίς κανένα σχόλιο, μάλλον δεν θα είχε κάτι να συμπληρώσει στο κείμενο του revolt. “Buffalo, Buffalo, Buffalo, Buffalo, Buffalo was recorded in a World War II bunker in Offenbach, Germany, with Stefan from “Confused” and was mastered by Bob Weston. Ένα συγκρότημα που αναζήτησε τον ήχο του σε ένα μέρος που κατοικούσε το παρελθόν. Αυτό που άκουσα όμως ήταν η δική τους οργή, η δική τους απόγνωση, η δική τους τέχνη. Κάτι για το Βερολίνο σκέφτηκα, ενώ συνεχίζω να βρίσκομαι εδώ κυνηγώντας φαντάσματα και την ίδια ώρα εκνευρίζομαι με την εμμονή των γύρω μου με το παρελθόν και το κόλλημα που έχουν αναπτύξει με το vintage και το retro. Μια ολόκληρη γενιά αναζητάει την αυθεντικότητα σε μια instagram φωτογραφία και σε καταστήματα με αντίκες. Αναπαράγουν κάθε γαμημένο είδος μουσικής που υπήρξε ποτέ και το παντρεύουν με κάποιο άλλο, έχοντας την ελπίδα πως αυτό που θα γεννηθεί θα είναι το νέο, το καινούριο και μερικές φορές είναι, αλλά ελάχιστοι το αντιλαμβάνονται. Κανένας μας όμως δεν δείχνει έτοιμος να αποδεχτεί, ότι όλα αυτά που αναπαράγει ως αισθητική και ως εικόνα δεν είναι παρά η ωραιοποιημένη ανάμνηση μιας κατάστασης που δεν έζησε ποτέ στην πραγματικότητα. Όλοι μας μοιάζουμε με βομβαρδισμένο από νέα τεχνολογία τοπίο, η οποία όμως κάνει τα πάντα για να οικειοποιηθεί το παρελθόν και να αποκτήσει τα γνώριμα χαρακτηριστικά που αναζητάμε σε μια παλαιότερη εποχή, η οποία μοιάζει ιδανική για τους δικούς μας προσωπικούς λόγους. Δεν διαφέρω και πάρα πολύ από τον χίπστερ που κατακρίνω, το κίνητρο παραμένει το ίδιο και η μόνη μας διαφορά μοιάζει να είναι το μέσο το οποίο χρησιμοποιούμε για να φτάσουμε σε αυτό το πολυπόθητο επίπεδο αυθεντικότητας και διαφοροποίησης. Προσπάθησα να φιάξω δύο mixtapes τα οποία να είναι ενδεικτικά για την μουσική που ακούω εδώ και ένα χρόνο σε αυτή την πόλη. Ένιωσα έκπληξη όταν συνειδητοποίησα πως ήμουν σε θέση να φτιάξω ακόμα πέντε χωρίς να συμπεριλάβω τίποτα από το παρελθόν. Ένας ακόμα λόγος που με οδηγεί σε ένα συμπέρασμα το οποίο αρνούμαι πεισματικά εδώ και τόσα χρόνια. Υπάρχει μουσική και τέχνη γύρω μας, δίπλα μας, κάτω από την μύτη μας, αρκεί να έχουμε την διάθεση και την δυνατότητα να ταιριάξουμε το έργο στις υπάρχουσες συνθήκες. Το τείχος του Βερολίνου έχει πέσει εδώ και πολλά χρόνια, αν όμως δεν παρατηρείς το νέο και μεγαλύτερο τείχος που έχει αρχίσει να υψώνεται τα τελευταία χρόνια σε ολόκληρη την Ευρώπη, τότε μάλλον είσαι τυφλός ή από εκείνους που πιστεύουν πώς κάτι τέτοιο τους ευνοεί γιατί μάλλον θα βρεθούν στην άλλη πλευρά.

Comments
8 Responses to “To Live And Die In Berlin (Kind Of A Mixtape)”
  1. edlorado says:

    Ευχαριστώ για το mix! To live ok, για το die βλέπουμε! 🙂
    Πάντως μια που το φέρνει η κουβέντα (το post) και μεις (Είμαστε και 4!) ετοιμαζόμαστε προς τα εκεί, όχι για Βερολίνο μάλλον Μόναχο, Ντύσελντορφ, Στουντγκάρδη, ίσως Κολωνία… κτλ. Πως τα βλέπετε τα πράγματα; Ξέρω βέβαια, ότι το καθεστώς είναι διαφορετικό στο Βερολίνο από την υπόλοιπη δυτική Γερμανία.

  2. Ri says:

    αχ ρε George! Ωραιο κειμενο…

  3. Raggedy Man says:

    Ωραίο κείμενο όντως… Σήμερα ηρέμησα με τα όλα και μπόρεσα να το διαβάσω σαν άνθρωπος.

  4. ScaryRabbi says:

    Σημαντικό κείμενο.Χαίρομαι πολύ που μοιράζεσαι τις σκέψεις σου μαζί μας. Οι κασέτες κατέβηκαν και θα ακουστούν άμεσα για το όποιο περαιτέρω σχόλιο.Σι για

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: