How to Disappear Completely

Ήταν μια από εκείνες τις βαρετές καθημερινές μέρες της εβδομάδας, που η κίνηση στο εστιατόριο ήταν αντίστοιχη με εκείνη που επικρατούσε στους έρημους δρόμους της πόλης. Κοίταξε την ξύλινη επιφάνεια της μπάρας που βρισκόταν μπροστά του, αποτύπωσε τον χάρτη που σχηματιζόταν από τις εκδορές και τα σημάδια που είχε αφήσει ο χρόνος πάνω της. Φαντάστηκε τον εαυτό του να στέκεται άψυχος και ακίνητος, ακριβώς όπως αυτό το κομμάτι ξύλου, σε ένα εστιατόριο κάπου στο Βερολίνο. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που ένιωθε μια ακατανόητη ζήλια για όλα εκείνα τα αντικείμενα, που ενώ η ζωή τα είχε εγκαταλείψει προ πολλού, εκείνα εξακολουθούσαν να καταλαμβάνουν το χώρο τους στο χρόνο. Δεν ήταν όμως ο θάνατος αυτό που επιθυμούσε, όσο πολύ περισσότερο η διατήρηση της ύπαρξης του, μακρυά από μια πραγματικότητα που έμοιαζε να τον πνίγει αργά και βασανιστικά. Έσφιξε στα χέρια του το βρεγμένο πανί και έτριψε την ξύλινη επιφάνεια με όλη του την δύναμη, σαν να ήθελε να δώσει πάλι πνοή στο άψυχο υλικό και χαιρέκακα να το επαναφέρει στην ζοφερή, γήινη πραγματικότητα. Από τα ηχεία ακουγόταν το ίδιο γαμημένο playlist, αυτό που έπαιζε κάθε μέρα τους τελευταίους τρεις μήνες που είχε πιάσει δουλειά σε αυτό το ελληνικό εστιατόριο. Τον χαρακτηρισμό “σκυλάδικα” τον είχε απορρίψει εδώ και χρόνια, καθώς είχε παρατηρήσει πως τα σκυλιά όταν κλαίνε, έχουν την ικανότητα να παράγουν κάποιες τονικότητες οι οποίες είναι σε θέση να σε συγκινήσουν. Η έλλειψη αυτής της ικανότητας δεν έδειχνε να ενοχλεί τους ελάχιστους μεσήλικες Γερμανούς πελάτες που είχαν αποφασίσει, εκείνο το απόγευμα, να εντρυφήσουν στα μυστικά της ελληνικής κουλτούρας. Ανυποψίαστοι έτρωγαν τον γύρο τους, ενώ τα αυτιά τους βομβαρδίζονταν από ιστορίες χωρισμού, έρωτα, επανένωσης, εκδίκησης, απιστίας και όλα τα παράγωγα τους, αυτά που απασχολούν τους περισσότερους Έλληνες τα τελευταία 20 χρόνια.

 

Δεν μπορούσε παρά να παρατηρήσει την παρέα έφηβων που είχαν καθίσει στο μεγάλο, γωνιακό τραπέζι. Αμίλητοι έστεκαν πάνω στις καρέκλες, λες και αποτελούσαν την προέκταση τους. Όλοι τους έμοιαζαν βυθισμένοι σε μια άλλη πραγματικότητα από την οποία δεν έδειχναν καμία διάθεση να απαλλαγούν. Τα μάτια τους ήταν καρφωμένα στην γυάλινη τζαμαρία που χώριζε τον εσωτερικό χώρο του εστιατορίου με το πεζοδρόμιο. Αναρωτήθηκε αν ήταν ο δρόμος αυτό που κοίταζαν με τόσο μεγάλη προσήλωση ή μήπως ναρκισσιστικά, είχαν απορροφηθεί από την αντανάκλαση τους στην γυάλινη επιφάνεια της τζαμαρίας. Του έδιναν την εντύπωση πως θα ήταν ευτυχισμένοι, αν μπορούσαν να ανακαλύψουν ένα τρόπο που θα τους επέτρεπε να πίνουν την μπύρα τους χωρίς να την ακουμπήσουν, εκμηδενίζοντας έτσι τους παράγοντες που τους αναγκάζουν σε οποιαδήποτε κίνηση. Ήθελε να πιστέψει πως εκείνα τα παιδιά, όπως και ο ίδιος, διακατέχονταν από την ίδια επιθυμία εγκατάλειψης της φυσικής τους υπόστασης, αλλά το νεαρό της ηλικίας τους αδυνατούσε να δώσει μια υπόσταση σε μια τέτοια σκέψη. Οι έφηβοι βαριούνται εύκολα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι διατεθειμένοι να αγνοήσουν την τεστοστερόνη και τις ορμόνες που βομβαρδίζουν τον εγκέφαλο τους. Σκέφτηκε πως δεν έχουν καμία επιλογή από το να ανακαλύψουν κάτι το οποίο θα τους διασκεδάσει και θα κάνει το αίμα να τρέξει ορμητικά στις φλέβες τους. Σίγουρα ένα βαρετό ελληνικό εστιατόριο δεν ήταν η κατάλληλη επιλογή για κάτι τέτοιο, ειδικά όταν δεν έχεις έρθει για το φαγητό. Ετοιμαζόταν να πάει για τρίτη φορά στην τουαλέτα, με απώτερο σκοπό να σκοτώσει άλλα πέντε λεπτά από τον χρόνο του, όταν μια από τις κοπέλες γύρισε βαριεστημένα και κοίταξε το υπόλοιπο εστιατόριο πίσω της. Σηκώθηκε αργά από την καρέκλα της και κατευθύνθηκε προς την μέση της αίθουσας. Την ακολούθησαν και οι υπόλοιποι με λίγο πιο γρήγορες κινήσεις, ενώ ο μεγαλόσωμος της παρέας στάθηκε μπροστά από την κεντρική είσοδο, τότε ήταν η πρώτη φορά που διέκρινε το όπλο που κρατούσε στα χέρια του. Παθητικά τους παρακολούθησε να σκοτώνουν με ιδιαίτερα σαδιστικό τρόπο όλους τους θαμώνες και το προσωπικό του εστιατορίου. Δεν ένιωσε καν τις στάλες αίματος που είχαν φτάσει στο πρόσωπο του. Ήταν σαν μην είχαν καν αντιληφθεί την παρουσία του, λες και η ύπαρξη του να είχε εγκαταλείψει την γήινη υπόσταση της και τον είχε αφήσει να στέκει άψυχο και ακίνητο, πίσω από την μεγάλη ξύλινη μπάρα.

Comments
4 Responses to “How to Disappear Completely”
  1. Raggedy Man says:

    Γάμησέ τα… Σα σε γαμημένο ελληνικό εστιατόριο αισθάνομαι κι εγώ τον τελευταίο καιρό. Πελάτης, εργαζόμενος, σημασία καμία.

  2. Δε ξέρω αν θέλουμε πραγματικά να αλλάξουμε τη ζωή μας η αν γουστάρουμε απλά να γκρινιάζουμε.Δε το λέω για τον Ράγκεντι.Για μένα το λέω.Τι θα ταν η ζωή μου χωρίς γκρίνια;
    Γκρίνιαζα που επί ένα χρόνο δούλευα νύχτα και τώρα που κάνω το αντίθετο δεν έχω καμοία γαμημένη έμπνευση για το οτιδήποτε.Δε μπορώ να ποστάρω ούτε καν μια αναρτησούλα.Δε πίνω γιατί δουλεύω πρωί.Μάλλον αυτό θα φταίει.Τι να λέμε;
    Μ άρεσε πολύ η αλληγορική φάση του κειμένου.Μπράβο ρε!
    Α και για να αποκαταστήσω τη τάξη,αφού ξέρω από που προέρχεται ο τίτλος της ανάρτησης,θα πετάξω αυτό http://www.youtube.com/watch?v=nZq_jeYsbTs

    • scar says:

      η δουλειά, από την φύση της, καταργεί την έκφραση και πνίγει την έμπνευση….να σκεφτείς πως άρχισα πάλι να γράφω αμέσως μόλις παραιτήθηκα…

      • Η αλλιώς,η δουλειά δεν είναι ντροπή…είναι ΣΚΑΤΑ! χαχαχαχαχαχαχα
        Καλή μας σταδιοδρομία 🙂

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: