Blank thoughts

Kοίταζε το χαρτί για πολύ ώρα. Λευκό. Σήκωσε το κεφάλι και έβλεπε μπροστά του τον λευκό τοίχο με τα βαμμένα τούβλα. Δεν έπρεπε να τα είχε βάψει. Τώρα όλα γύρω του ήταν λευκά. Ο υπολογιστής λευκός, η κούπα του καφέ του λευκή, τα αθλητικά παπούτσια που φορούσε ημίλευκα, ακόμη και η μπλούζα του με εξαίρεση τους δύο αποξηραμένους λεκέδες αίματος από το πρωινό ξύρισμα που στόλιζαν αυτή την οπτασία λευκού. Αναρωτιόταν γιατί έχει η ανθρωπότητα αυτή τη μανία με το λευκό. Απορρυπαντικά με χλωροχλωρινοχλωρίνες για αστραφτερά λευκά, μωρά τυλιγμένα σαν λευκοί ντολμάδες, λευκά εσώρουχα, σεντόνια, τα πάντα. Σαν να μην έφτανε ο παραλογισμός της γενικής του αυτής παρατήρησης, θυμήθηκε τις σκηνές από εκείνο το ντοκυμαντέρ με τα ινστιτούτα ομορφιάς που λίγο απέχανε από τα ιδρύματα ψυχικών διαταραχών. Γυναίκες ντυμένες στα λευκά να μιλούν για το τρομερό πρόβλημα της τσουλήθρας ή ταφόπλακας στο στήθος, της περιφέρειας και της όψης πορτοκαλιού και της μύτης λευκού περιστεριού και περίεργοι τύποι με αστραφτερά λευκά χαμόγελα να μιλούν για τις νέες τάσεις στο χασάπωμα. Μπλα μπλα μπλα και μετά έρχεται ή ώρα για την εγχείρηση. Άρχιζε η ζωγραφική πάνω στο σώμα της εκάστοτε κορασίδος με μικρές διακεκομμένες γραμμές. Και μετά το splatter. Για κάποιο λόγο έβρισκε ανακουφιστικό το κομμάτι αυτό. Ήταν απλά μηχανικό σε σχέση με αυτό που είχε προηγηθεί, αυτή τη λογοδιάρροια που εξηγούσαν πολύ απλά τι θα έκαναν και που όλοι ήταν χαρούμενοι και αγαπημένοι σαν να κάνανε διαφήμιση δημητριακών την δεκαετία του 60. Και που ζωγραφίζανε σε αυτό το σώμα τα κομμάτια που μετά θα κόβανε. Τις ίδιες γραμμές τις είχε δει σε ένα πίνακα με τα μέλη ενός γουρουνιού σε ένα εστιατόριο που τον είχε πάει τότε μία κοπέλα με την οποία έβγαινε για ένα μικρό διάστημα. Άτυχη συγκυρία οι δυό τους, αυτή ήθελε να ανέβει τα σκαλοπάτια της κοινωνικής καταξίωσης και του 1-2-3 steps της Oprah σε ένα πιο λαμπρό μέλλον με λευκές κουρτίνες και σεντόνια ενώ ο ίδιος εκείνο το διάστημα το μόνο που σκεφτόταν ήταν… τίποτα. Όπως τώρα, θεωρούσε ή μάλλον δεν θεωρούσε τίποτα, σκεφτόταν ότι ένα μπουκάλι, η συλλογή με τους δίσκους του, ο μαύρος εκείνος σκύλος που τον κοιτούσε με τα λευκά του σχεδόν μάτια και οι έξοδοι χωρίς ιδιαίτερο αύριο έφταναν για να έρθει η επόμενη μέρα και μετά η μεθεπόμενη και μετά η μετά την μεθεπόμενη. Η ώρα περνούσε και είχε ακόμη την ίδια στάση με πριν, απλά λίγο πιο ιδρωμένος από τον αστικό καύσωνα. Επανήλθε από το σύννεφο των σκέψεών του, και γύρισε το κεφάλι. Η βαλίτσα ήταν έτοιμη με όλα τα χρωματιστά πράγματα που κράτησε στη ζωή του,  τα καθαρά του ρούχα ήταν πάνω στην κρεμάστρα και ο χρωματιστός φάκελος με τα δύο εισιτήρια ήταν πάνω στο κομοδίνο. Σηκώθηκε και πήρε το μαύρο μαρκαδόρο. Όταν έφυγε από το δωμάτιο, στο λευκό χαρτί υπήρχε γραμμένη μία λέξη με μαύρα γράμματα. ΝEU.

Comments
2 Responses to “Blank thoughts”
  1. Raggedy Man says:

    Αρρώστησα νυχτιάτικα…

  2. respect στο λευκό της κατάμαυρης ψυχής μας ρε…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: