Family Values


Ένιωθε το παγωμένο μέταλλο να πιέζει τα χλομά της μάγουλα, καθώς προσπαθούσε να γλιστρήσει το κεφάλι της ανάμεσα από τα κάγκελα που ήταν καρφωμένα μπροστά από το παράθυρο. Κοίταξε τον δρόμο που απλωνόταν κάτω από την φυλακή της. Ένα πολύχρωμο πλήθος από πρόσωπα, φωνές και μυρωδιές. Έκλεισε τα μάτια της με αηδία καθώς ένιωσε τον υγρό και βρώμικο αέρα να εισχωρεί στα ρουθούνια της. Η γκρίζα πόλη απλωνόταν μέχρι το τέλος του ορίζοντα, μέχρι το τέλος του συννεφιασμένου ουρανού. Μια ακαθόριστη μάζα από μέταλλο, γυαλί και τσιμέντο που έμοιαζε με τις πληγές που εμφανίζονταν όλο και πιο συχνά στο σώμα της. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν οι άνθρωποι που είχαν δημιουργήσει αυτή την πόλη ή το αντίστροφο. Το ανέκφραστο βλέμμα τους, πάντα χαμηλωμένο να ατενίζει το έδαφος, συνόδευε το βιαστικό τους βήμα. Δεν είχε ιδέα αν αυτό ήταν σημάδι αποδοχής ή αποστροφής του περιβάλλοντος χώρου. Σίγουρα όμως ήταν σημάδι αποδοχής μιας ήττας, μπορούσε να αναγνωρίσει τον εαυτό της σε αυτά τα πρόσωπα, μπορούσε να αναγνωρίσει την δική της ήττα. Αν και η ίδια δεν είχε ποτέ την πολυτέλεια της μάχης. Τουλάχιστον μέχρι τώρα. Αναρωτιόταν αν οι ενήλικες που γέμιζαν ασφυκτικά τους δρόμους της πόλης είχαν δώσει κάποια μάχη ή είχαν υψώσει την λευκή σημαία χωρίς να σπαταλήσουν σταγόνα από το αίμα τους. Σαν το αίμα που έτρεχε από διάφορα σημεία του σώματος της, κάθε φορά που ο πατέρας της έπαιζε μαζί της. Αναρωτιόταν με τρόμο μήπως οι ίδιοι είχαν χτίσει την μυρμηγκοφωλιά και είχαν δώσει στον εαυτό τους τον ρόλο των υπάκουων και εργατικών μυρμηγκιών.

Με τα μικρά της δάχτυλα ακούμπησε τα κάγκελα και φαντάστηκε πως ήταν φτιαγμένα από σοκολάτα. Καταπράσινες εκτάσεις απλώνονταν μέχρι εκεί που έφταναν τα κουρασμένα της μάτια. Χιλιάδες δέντρα φορτωμένα με φρούτα και καρπούς ζεσταίνονταν κάτω από τον λαμπερό ήλιο. Φαντάστηκε τον εαυτό της να τρέχει σε αυτές τις πεδιάδες μαζί με άλλα παιδιά και με τις φωνές τους να σχηματίζουν σκάλες που θα έφταναν μέχρι τον καταγάλανο ουρανό και πιο πέρα. Φαντάστηκε όλα τα αστέρια του ουρανού να ακουμπάνε στο έδαφος και από τις άκρες τους να ξεχύνονται τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Έκλεισε τα μάτια της και αγκάλιασε το φεγγάρι, κολύμπησε με δελφίνια στους γαλάζιους ωκεανούς, ταξίδεψε σε κάθε άκρη του πλανήτη σκαρφαλωμένη στην ράχη γιγάντιων ελεφάντων. Από τα αναψοκοκκινισμένα της μάγουλα έτρεχαν μόνο δάκρυα χαράς, τα οποία σχημάτιζαν χιλιάδες ποταμούς που διέσχιζαν σαν πολύχρωμες φλέβες την επιφάνεια της γης. Ασημένιοι μονόκεροι πετούσαν πάνω από το κεφάλι της, με τα τεράστια φτερά τους να τινάζουν χιλιάδες ροδοπέταλα καθώς περνούσαν πάνω από τις ανθισμένες εκτάσεις. Ένιωσε σαν να ξυπνάει από όνειρο όταν συνειδητοποίησε πως οι περίεργοι ήχοι που άκουγε από πίσω της είχαν πλέον σταματήσει. Με τα μάτια της θολά και ανέκφραστα γύρισε και αντίκρισε το οικογενειακό τραπέζι που βρισκόταν στο βρώμικο σαλόνι του σπιτιού της. Το κεφάλι του πατέρα της ήταν χωμένο μέσα στο πιάτο με το φαγητό. Ενώ εκείνο της μητέρας της έστεκε δίπλα από το δικό της πιάτο. Τα μάτια της ήταν κόκκινα και γουρλωμένα από τον τρόμο. Από τα χείλη της έσταζε ακόμα λευκός αφρός. Λυπήθηκε λίγο για την μητέρα της αλλά έπειτα σκέφτηκε πως αυτά τα χείλη ποτέ δεν μίλησαν, ποτέ δεν ούρλιαξαν, ποτέ δεν αποκάλυψαν αυτά που συνέβαιναν σε αυτή την φυλακή. Παρέμεναν πάντα σφιγμένα, κλειστά και υπάκουα σαν τα μυρμήγκια αυτής της πόλης. Κοίταξε πάλι το άψυχο κουφάρι του πατέρα της. Κανείς δεν μπορούσε να της εγγυηθεί πως τώρα όλα θα έφτιαχναν με ένα μαγικό τρόπο, μάλλον φοβόταν ακόμα περισσότερο, αλλά είχε κάτι αυτή του η εικόνα που την έκανε να χαμογελάσει και αυτό της ήταν αρκετό.

Trick

or

Treat

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: