A Sheltered Life


Οι γονείς του καθηλωμένοι έβλεπαν τηλεόραση, όπως πάντα. Ανέκφραστοι και πνιγμένοι στην πιο εκκωφαντική σιωπή άφηναν το μυαλό τους έρμαιο σε ένα κύμα εικόνων φτηνού σεξ και καρτουνίστικης βίας. Εικόνες που θα δώσουν την απαραίτητη γεύση στο βραδινό τους γεύμα, ίσως και στα όνειρα τους, όταν επιτέλους κλείσουν τα μάτια τους για να συνεχίσουν τον ατάραχο ύπνο τους. Παγιδευμένοι σε μια ήσυχη και ασφαλή πραγματικότητα που έμοιαζε να ρουφάει όλη τους την ενέργεια σαν πεινασμένος βρυκόλακας. Έδεσε σφιχτά τα ταλαιπωρημένα του converse, κάρφωσε τα ακουστικά του walkman στα αυτιά του και τους χαιρέτησε σιωπηλά. Βγαίνοντας στον δρόμο κοίταξε καχύποπτα γύρω του και έβγαλε με μια διακριτική κίνηση το πακέτο με τα τσιγάρα που έκρυβε στο εσώρουχο του. Όταν ένιωσε πως βρίσκεται σε απόσταση ασφαλείας, άναψε βιαστικά ένα τσιγάρο και ρούφηξε με λαχτάρα τον καπνό. Σταμάτησε μόνο για λίγα λεπτά απολαμβάνοντας τον ίλιγγο που δημιουργούσε η νικοτίνη στον νεαρής ηλικίας οργανισμό του. Ήταν όμως αρκετά μεγάλος για να νιώσει την ένταση που επικρατούσε γύρω του, αρκετά μεγάλος για να διαβάσει τον θυμό και την μελαγχολία που έμοιαζαν να διαμορφώνουν τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων που τον προσπερνούσαν βιαστικά. Η πόλη έμοιαζε με ένα θλιμμένο και ανήμπορο κορίτσι, ντυμένο με το φόρεμα της απόγνωσης, βαμμένο με τα χρώματα της σύγχυσης. Την παρατηρούσε καθώς εκείνη προσπαθούσε να ξεχαστεί σε κακόγουστα μπαρ, με την άθλια μουσική να σκεπάζει τις γκρίζες της σκέψεις και το αλκοόλ να πνίγει κάθε διάθεση για αντίδραση. Άνοιξε το βήμα του και δυνάμωσε την ένταση στο αγαπημένο του walkman. Η βροχή συνόδευε το βήμα του και το φως του ήλιου άφηνε την τελευταία του πνοή πίσω από τα γκρίζα σύννεφα. Είχε αρχίσει να εισχωρεί στην άλλη πλευρά της πόλης και δεν χρειαζόταν ταμπέλες για να το συνειδητοποιήσει. Οι μπάτσοι έμοιαζαν να πολλαπλασιάζονται σε κάθε του αναπνοή και έμοιαζαν πιο νέοι από κάθε άλλη φορά. Πιο νέοι, πιο πολλοί και πιο καλά εξοπλισμένοι. Χάθηκε μέσα στα μικρά και στενά δρομάκια προσπαθώντας να τους αποφύγει, ενώ ευχήθηκε να μην πέσει πάνω στους συνάδελφους τους με τα ξυρισμένα κεφάλια και τις σβάστικες. Η ατμόσφαιρα είχε αρχίσει να γίνεται αποπνικτική και από τα ερεθισμένα του μάτια εμφανίστηκαν τα πρώτα δάκρυα. Με γρήγορες κινήσεις άνοιξε την τσάντα του και έβγαλε ένα μαντήλι το οποίο και μούσκεψε με maalox, έπειτα το τύλιξε στο πρόσωπο του και συνέχισε τρέχοντας. Ένιωθε πως βρίσκεται σε πεδίο μάχης και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά καθώς προσπερνούσε αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα και φλεγόμενους κάδους σκουπιδιών. Αναρωτιόταν αν θα ήταν τρελός ή απίστευτα ηλίθιος. Φτάνοντας στο σημείο συνάντησης την είδε να τον περιμένει με το πρόσωπο της τυλιγμένο σε ένα μαύρο φουλάρι. Κρατούσε τον μικρότερο της αδερφό από το χέρι ο οποίος χτυπιόταν και ούρλιαζε βρίζοντας τους μπάτσους ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να αναπνεύσει. Αν και φοβισμένη έμοιαζε να απολαμβάνει την όλη κατάσταση. Τα μάτια της έλαμπαν στο σκοτάδι και θα ορκιζόταν πως κάτω από το φουλάρι χαμογελούσε. Την πλησίασε και την αγκάλιασε με όλη του την δύναμη, αψηφώντας τα δακρυγόνα έβγαλε το μαντήλι του και την φίλησε απαλά στα χείλη. Καμιά λέξη δεν μπορούσε να περιγράψει αυτό που ένιωθε εκείνη την στιγμή. Τα πάντα είχαν σταματήσει γύρω του και κάθε του σκέψη έμοιαζε να σκεπάζεται από την γεύση των χειλιών της. Έμειναν για λίγο σιωπηλοί και έπειτα χάθηκαν στις σκιές που δημιουργούσαν οι φωτιές στους δρόμους.

Comments
One Response to “A Sheltered Life”
  1. Raggedy Man says:

    Ωραίες εικόνες… Και γνώριμες…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: