Is It On?

Έφτασα νωρίτερα από ότι περίμενα και τώρα έπρεπε να απολαύσω την παρέα της αφόρητης ζέστης και των πεινασμένων κουνουπιών. Το feel the pain των the damned μου θύμισε έναν από τους κυριότερους λόγους που δεν βγαίνω από το σπίτι χωρίς την πανοπλία μου(μουσική στα αυτιά μου). Η τυχαία επιλογή του shuffle ανάμεσα στα 170 τραγούδια που περιέχει είναι πάντα διασκεδαστική και ανατριχιαστικά συμπτωματική. Από το σημείο που βρίσκομαι παρατηρώ για λίγο τον επιβλητικά διακοσμημένο και προσεγμένο σταθμό του μετρό. Ένας χώρος που μοιάζει να διοικείται από καθαριότητα, τάξη και ασφάλεια. Με τις αστραφτερές κυλιόμενες σκάλες του να  ξεβγάζουν ασταμάτητα δεκάδες ανθρώπων στην καρδιά της πόλης. Τα αποστειρωμένα έγκατα της ευρωπαϊκής μας συνείδησης οδηγούν σε ένα πνιγμένο από την δυσωδία παρελθόν, παρόν και μέλλον. Δυσωδία που συνθέτουν η μυρωδιά ούρων, γύρου και ωμού κρέατος που ταξιδεύει με τον αδύναμο αέρα από την αγορά που βρίσκεται λίγο πιο πάνω. Κάθομαι στα σκαλιά της εισόδου που βρίσκονται δίπλα από τον σταθμό. Κάποιος έχει γράψει στον τοίχο “we say future! they say die!”.

Φτάνοντας στην Ερμού και Αθηνάς γωνία, εκεί με το Γρηγόρη από την μία και τα Εverest από την άλλη, τον παίρνω τηλέφωνο για να με δει. Έρχεται και κατευθυνόμαστε προς το Ψυρρή. Στο νου μου έρχεται η παροδικότητα αυτής της πόλης, πως, δηλαδή, πριν λίγα χρόνια δεν μπορούσες να διανοηθείς να πλησιάσεις το Ψυρρή με το αυτοκίνητο και τώρα ήταν ένα στέκι για τους μόνιμους κάτοικούς του, τα έντομα και τα τρωκτικά, που απολάμβαναν αυτή τη δυσωδία που σου προσφέρει απλόχερα η περιοχή. Παρκάρουμε και κατευθυνόμαστε προς τη Μύγα. O λόγος που θυμάμαι πάντα που είναι η Μύγα, και παράλληλα το highlight μέχρι εκείνη τη στιγμή, είναι ένα, δίπλα, σχεδόν, στη Μύγα, παγωταντζίδικο με πολύ ωραίες γεύσεις. Όπως περνούσαμε από εκεί, κοντοστάθηκα βλέποντας τον γαστρονομικό μου παράδεισο και πίστεψα για μια στιγμή ότι θα υπήρχε και ένα γκρουπ Γιαπωνέζων και ίσως, μεταξύ τους, νεαρές Γιαπωνέζες που θα κατέφευγαν στην μόνη λύση εκείνη τη στιγμή για να δροσιστούν από την κουφόβραση της βραδιάς. Φτάσαμε στο συναυλιακό χώρο γύρω στις 10.

Το “Smells Like Teen Spirit” μας καλωσορίζει στον χώρο, για να ακολουθήσει το “Give It Away” των ημίγυμνων και ακατονόμαστων τσουτσουνοκαλτσοφόρων. Κοιτάω προς το booth έχοντας την αίσθηση πως ο Αντρέας(τραγουδιστής/συνθέτης/κιθαριστής/ του εν λόγω συγκροτήματος) έχει ξεθάψει εκείνα τα αρχαία βινύλια που ακούγαμε στην εφηβεία μας και ετοιμάζεται να κάνει αλλαγή με το “Disarm”. Στο booth όμως δεν βρίσκεται παρά μόνο ένα χαλασμένο από την εκτεταμένη χρήση cd. Αναρωτιόμαστε αν όντως κάποιος έκατσε να γράψει μια τέτοια συλλογή για τον συγκεκριμένο χώρο ή απλά είμαστε εκτεθειμένοι σε κάποια επετειακή συλλογή ελληνικού ροκ ραδιοφωνικού σταθμού(whoever wins, we lose). Ο χώρος όμως είναι αυτός που μας αποσπά την προσοχή και κερδίζει τις εντυπώσεις. Όμορφη και καλαίσθητη διακόσμηση με την σκηνή στο σωστό ύψος και τον φωτισμό να βάφει με αποχρώσεις του κόκκινου τα πρόσωπα των λιγοστών παρευρισκόμενων. Δαγκώνομαι καθώς σκέφτομαι πως τα παιδιά δεν θα πάρουν φράγκο αν δεν μαζέψουν τον απαιτούμενο, κατά τον ιδιοκτήτη, αριθμό ατόμων. Η νέα αυτή τακτική μοιάζει να βολεύει τους πάσης φύσεως ιδιοκτήτες νυχτερινών μαγαζιών. Αν τυχόν ζητήσεις να παίξεις κάπου μουσική το πρώτο πράγμα που θα σε ρωτήσουν είναι αν παίζεις “μαύρα” (για να ικανοποιήσεις όλους τους funky Αθηναίους που έχουν γεννηθεί στην 110th street αλλά τρέμουν να περάσουν από την Ευριπίδου) και έπειτα κατά πόσο μπορείς να του γεμίσεις το μαγαζάκι. Ο χαρακτηριστικός ήχος της μπότας που χτυπάει νευρικά την κάσα διώχνει τις τελευταίες σκέψεις, η μπάντα είναι έτοιμη να αρχίσει.

Το στήσιμο του γκρουπ, για έναν καθαρά προσωπικό και υποκειμενικό λόγο, μου θύμισε grundge εποχές χωρίς όμως την όποια υπερβολή. Ο τραγουδιστής και κιθαρίστας στη μέση, δεύτερη κιθάρα στα αριστερά όπως και ο drummer, και ο μπασίστας στα δεξιά. Ξεκινάει το Ηallo και ας είναι λίγος ο κόσμος. Υπάρχει μία αμηχανία, ίσως είναι η αρχή. Νιώθω ότι η σχέση είναι διαπροσωπική με το κοινό και το live το χρειάζεται το στοιχείο αυτό. Αρχίζουν και μαζεύονται κάποιοι άνθρωποι στη μέση. Ακολουθεί το Japanese Girls and Ice Creams. Koιτούσα την πόρτα  και περίμενα να εισβάλλουν οι Γιαπωνέζες της αναφερόμενης φαντασίας μου με τα παγωτά τους. Οι Frequency On φάνηκε να προθερμάνθηκαν. Το ίδιο και το κοινό. Επόμενο κομμάτι το Let’s Dance (Till Our Hearts Stop) και υπακούσαμε πρόθυμα. Τα riffs και η σταθερή μπότα του drummer συγχρονίστηκαν με τον παλμό μας και μας έβαλαν στην πρίζα. Βad Quality έπειτα. Παρόλο που μπορούσα να εντοπίσω κάποια μικρά λάθη, αυτό που με συνεπείρε γενικά ήταν ότι ήταν ειλικρινές. Χωρίς υπερβολικές κινήσεις, χωρίς δεκαπεντάλεπτα σόλο, χωρίς χορωδίες, χωρίς stage effects, ήταν σκέτη ενέργεια μουσικής. Αυτό έχουν να πουν και αυτό λένε. Ή ίσως έχει λίγο ακόμα. There’s More to Say και το κοινό ζητάει encore. To έχουν πάρει προσωπικά, και δεν μας αφήνουν Broken Heart (-ed) που είναι και το τελευταίο κομμάτι. Όταν τελείωσαν, συνηδειτοποίησα ότι αυτό είναι τελικά. Δεν είναι το κοινό, δεν είναι το είδος της μουσικής, δεν είναι ο χώρος. Είναι απλά να σου πει κάτι. Και να είναι αλήθεια. Μπορεί στο μέλλον να μην γίνουν τα μικρά λάθη, μπορεί να μην υπάρχει το μεγάλο άγχος, μπορεί να μην υπάρχει η πίεση του να μαζέψουν κόσμο αλλά εύχομαι να υπάρχει αυτή η ενέργεια. Πολύ ρομαντικά και αναπολικά, μου θύμισε εποχές αναλογικής φωτογραφίας όπου δεν ήξερες τι θα βγει, δεν μπορούσες να το στήσεις περισσότερο από το τολμηρό της στιγμής που αποτυπωνόταν και έμενε έτσι, με τα λάθη του και τις αλήθειες του.

Φεύγουμε και προσπαθώ να βάλω σε τάξη τις σαστισμένες μου σκέψεις. Όσο περισσότερο αγαπάω κάποιον, τόσο πιο αυστηρός και ειλικρινής γίνομαι μαζί του. Είναι η τέταρτη φορά που παρακολούθησα την προσπάθεια τους να μεταφέρουν στην σκηνή αυτά που συμβαίνουν μέσα στο μυαλό τους. Να μπορέσουν να δημιουργήσουν ένα παράθυρο που θα μας επιτρέψει να δούμε κάτι διαφορετικό και συνάμα συναρπαστικό. Με μάτια επικριτικά και ορθάνοιχτα τους είχα παρακολουθήσει να χάνουν τον ρυθμό τους, να κάνουν λάθη και να ξεχνάνε τους στίχους. Η ενέργεια τους έμοιαζε να εγκλωβίζεται από την αμηχανία τους, ενώ οι αντικειμενικά ενδιαφέρουσες και αξιόλογες συνθέσεις τους δεν μπορούσαν να βγάλουν τα ακονισμένα τους δοντάκια και να σε αρπάξουν από τον λαιμό. Και αυτό είναι κάτι που δεν έχανα την ευκαιρία να τους το τρίψω στα μούτρα. Τώρα όμως που ακούω για δεύτερη φορά το άθλιο και χαλασμένο από την εκτεταμένη χρήση cd, στέκομαι σιωπηλός και άβουλος, σαν καλλιεργημένος Γερμανός πολίτης που ανήμπορος και απαθής, παρακολουθεί την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Είναι σωστό να τους πω αυτό που σκέφτομαι χωρίς να διακινδυνέψω έναν επικείμενο εφησυχασμό ή μια μελλοντική έπαρση? Είναι σωστό να τους ενημερώσω πως για πρώτη φορά στάθηκαν στην σκηνή σαν συγκρότημα που έχει κάτι να σου διηγηθεί και έχει βρει τον τρόπο για να το κάνει πάθος και ένταση? Μπορεί κάποιος να κρύψει τον ενθουσιασμό του, όταν για λίγα λεπτά νιώθει και αισθάνεται τον θόρυβο, την ενέργεια, την γοητεία και την παράνοια αυτής της πόλης να μετουσιώνονται στον πυρήνα της μουσικής ενός συγκροτήματος, που σε προκαλεί να χορέψεις μέχρι να σταματήσει η καρδιά σου?

http://www.myspace.com/frequencyon

Written by both Scar & Bruise

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: