The war of others

Έσερναν τα γεμάτα μολυσμένες πληγές πόδια τους στην παγωμένη και έρημη γη. Τα χείλη τους ήταν στεγνά και πρησμένα από την έλλειψη νερού. Τα ρούχα τους κουρελιασμένα και σχισμένα σε τυχαία σημεία. Σαν χαρταετοί πιασμένοι σε σύρματα που τους μαστιγώνει ο αέρας. Τσακισμένες φιγούρες που ισσοροπούσαν με δυσκολία στον τρόμο της ανελέητης φύσης. Δεν μπορούσαν όμως να σταματήσουν. Δεν έπρεπε να κοιτάξουν πίσω. Η μητέρα έσφιξε την μικρή της κόρη στην αγκαλιά της και κοίταξε τον γιο της στα μάτια. Εκείνος της έπιασε αποφασιστικά το χέρι και την κοίταξε με πύρινο βλέμμα. Δεν μπορούσε παρά να αναλάβει τον ρόλο του προστάτη οικογένειας. Το εφηβικό του μυαλό βομβαρδιζόταν από εικόνες ηρωισμού και αυτοθυσίας. Άλλωστε ήταν σίγουρος πως σε λίγο τα βάσανα τους θα τελείωναν. Το τοπίο γύρω τους είχε αρχίσει να αλλάζει. Η θερμοκρασία είχε αρχίσει να ανεβαίνει. Θα ήταν έγκλημα αν σταματούσαν τώρα που είχαν φτάσει τόσο κοντά. Ένιωθαν πως αφού είχαν ξεφύγει, τίποτα δεν μπορούσε να τους σταματήσει πλέον. Οι κραυγές των πεινασμένων λύκων είχαν αρχίσει να χάνονται από τα αυτιά τους. Η μητέρα μπορούσε να αισθανθεί την καρδιά της κόρης να χτυπάει δυνατά πάνω στην δική της. Έκλεισε τα μάτια της και άφησε τον χτύπο να την ταξιδέψει. Έκλεισε τα μάτια της και φαντάστηκε την νέα γη. Εκεί που θα μπορούσαν να θεραπεύσουν τις πληγές τους. Εκεί που θα μπορούσαν να χορτάσουν την πείνα τους και να σβήσουν την δίψα τους. Τα πάντα γύρω της έδειχναν να αλλάζουν και να μεταμορφώνονται σε κάτι νέο, κάτι διαφορετικό. Οι φωνές του αγοριού την επανέφεραν στην πραγματικότητα. Τρομαγμένη κοίταξε προς το μέρος από που προέρχονταν και διαπίστωσε πως ο γιος της είχε απομακρυνθεί από κοντά της. Έτρεχε, με όλη του την δύναμη και ουρλιάζοντας από ενθουσιασμό, προς την τεράστια λίμνη που είχε παρουσιαστεί μπροστά τους. Ένιωσε δάκρυα χαράς να μουσκεύουν το κουρασμένο της πρόσωπο. Μπορούσε να διακρίνει τα ασημένια νερά να λαμπυρίζουν μέσα από την καταπράσινη βλάστηση που τα περιέβαλε. Με όλη την δύναμη που της είχε απομείνει, κατευθύνθηκε προς το σημείο που έβλεπε την φιγούρα του γιου της να τσαλαβουτάει στα νερά. Έφτασε στις όχθες της λίμνης και άφησε την κόρη της να κατέβει από την αγκαλιά της. Γονάτισαν σχεδόν ταυτόχρονα και πλησίασαν τα χείλη τους στο δροσερό νερό. Δεν είχε προλάβει να πιει αρκετό. Με την άκρη του ματιού της είδε το γιο της να στέκεται από πάνω τους. Το πρόσωπο του ήταν μελανιασμένο και αφρός έτρεχε από τα μισόκλειστα χείλη του. Τα μάτια του ήταν κόκκινα σαν φωτιά. Τα χέρια του προσπαθούσαν να σαλέψουν. Ήταν όμως φανερό πως οι δυνάμεις του παιδιού είχαν εγκαταλείψει το εφηβικό του σώμα. Ουρλιάζοντας απομάκρυνε την κόρη της από το νερό, ενώ το άψυχο σώμα του γιου της έπεφτε στο νερό με δύναμη. Δάγκωσε τα χείλη της και έμπηξε τα νύχια της στις χούφτες της προσπαθώντας να εμποδίσει τον εαυτό της να μπει στο νερό. Ήξερε πως ήταν δηλητηριασμένο. Το είχε δει να γίνεται αμέτρητες φορές στην χώρα που είχε αφήσει πίσω της. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως αυτό που προσπαθούσε να αποφύγει την περίμενε εκεί που έψαχνε για καταφύγιο.

“Forget the horror here
forget the horror here
Leave it all down here”

Comments
2 Responses to “The war of others”
  1. Indiefuck says:

    Nα φανταστώ ότι σ’ άρεσε ο “δρόμος” του Κόρμακ ΜακΚάρθυ;

    • scar says:

      ermm….den ton iksera touton ton kyrio…alla exw akousei gia ton dromo..kai thn tainia…h bruise mou leei auth thn stigmh pws 8a mou to dwsei na to diavasw..

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: