Intimacy


Ένιωθε το ζεστό της δέρμα να ακουμπάει το δικό του. Τα μαλλιά της σκέπαζαν το πρόσωπο του, ενώ εκείνος προσπαθούσε σαν αρπακτικό να δαγκώσει το λαιμό της. Το γέλιο της αντηχούσε στο δωμάτιο και έμοιαζε να συμπληρώνει την μελωδία της μουσικής που ακουγόταν δυνατά. Τα χείλη της πλησίαζαν αργά τα δικά του και έπειτα με μια γρήγορη κίνηση τα ένιωθε να εξερευνούν το πρόσωπο του, σπιθαμή προς σπιθαμή. ‘Εγειρε το κεφάλι του προσπαθώντας να εισπνεύσει το άρωμα της επιδερμίδας της. Κάθε φορά η επίδραση ήταν η ίδια. Έκλεινε τα μάτια και υποδεχόταν το γνώριμο συναίσθημα. Μια παιδική ανάμνηση που τον ταξίδευε σε μια εποχή που η φαντασία ήταν ο αυτοκράτορας της ξέγνοιαστης ζωής του. Σε κάθε της φιλί ένιωθε πως μπορούσε να κρυφοκοιτάξει τα όνειρα του, σαν σκηνές από μια παράλληλη πραγματικότητα. Ξάπλωσαν ο ένας δίπλα στον άλλο χωρίς να μιλήσουν. Κανένας από τους δύο δεν φοβόταν ή ένιωθε άβολα με την σιωπή. Αντίθετα την αγκάλιαζαν σαν ένα ζωντανό και σημαντικό μέρος της σχέσης τους. Εκείνη σηκώθηκε από το κρεβάτι και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Ακούμπησε το κεφάλι της στην μισάνοιχτη πόρτα και τον κοίταξε χαμογελώντας. Στεκόταν εκεί με τα μαλλιά της να καλύπτουν τους γυμνούς της ώμους και του τραγουδούσε. Ντροπαλά και ψιθυριστά, με εκείνη την αβεβαιότητα που εκείνος πάντα λάτρευε. Το πρόσωπο της έλαμπε κάθε φορά που χαμογελούσε. Θυμήθηκε εκείνη την πρωταγωνίστρια στην ταινία, να διαπιστώνει πόσο όμορφοι είναι οι άνθρωποι όταν φεύγουν.

Άνοιξε τα μάτια του και έμεινε για ξαπλωμένος για αρκετή ώρα στο σκοτάδι. Το δέρμα του ήταν παγωμένο και η αναπνοή του βαριά και άρρυθμη. Σηκώθηκε και άνοιξε το φως προσπαθώντας να βρει τις παντόφλες του. Μπήκε στο μπάνιο και προσπάθησε να ανοίξει την βρύση. Δεν τα κατάφερε όμως, τα πόδια του δεν μπόρεσαν να τον κρατήσουν. Έμεινε αρκετή ώρα στο πάτωμα κλαίγοντας με λυγμούς. Το στήθος του έτρεμε και με τα δάχτυλα του τραβούσε τις άκρες του μετώπου του. Σαν να προσπαθούσε να σταματήσει τα δάκρυα που είχαν πλημμυρίσει το πρόσωπο του. Σηκώθηκε και κοίταξε το ρυτιδιασμένο του πρόσωπο στον καθρέφτη. Μπορούσε να μετρήσει όλα του τα χρόνια σε αυτές τις βαθιές χαρακιές, που το διαπερνούσαν σαν να ήταν στεγνή γη. Μπορούσε να μετρήσει όλα τα χρόνια που πέρασε μαζί της. Όλα αυτά που δεν της είπε ποτέ. Άκουσε για άλλη μια φορά εκείνη την σβησμένη μελωδία και την φωνή που την συνόδευε. Είχε συνηθίσει πλέον σε αυτή την κατάσταση, σε αυτή την παρουσία που ένιωθε να στοιχειώνει το σπίτι. Λίγο τον ενδιέφερε αν ήταν παιχνίδι του γερασμένου του μυαλού. Φόβος άλλωστε, δεν χωρούσε πλέον στην ετοιμοθάνατη καρδιά του. Μόνο το βάρος της απουσίας. Μπήκε πάλι στο υπνοδωμάτιο με λαχτάρα και κοίταξε την πλευρά που κοιμόταν. Μπορούσες να διακρίνεις το σχήμα που είχε αφήσει το σώμα της στο κρεββάτι. Δεν υπήρχε τίποτα όμως εκεί ,παρά μόνο αυτό και δεκάδες κουτιά από φάρμακα ακουμπισμένα στο κομοδίνο.


a little bit of rain

blues on the ceiling
sweet substitute

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: