Esben & the Witch

Ο μικρός Esben άνοιξε τα μάτια του, μια αντανακλαστική κίνηση που δεν μπόρεσε να συγχρονιστεί με το υπόλοιπο σώμα του. Έμεινε αρκετή ώρα ξαπλωμένος στο παγωμένο έδαφος, προσπαθώντας να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του. Ένιωθε πόνο σε όλες του τις κλειδώσεις και η γεύση στο στόμα του έμοιαζε με αυτή του βρεγμένου χώματος. Το τσουχτερό κρύο διαπερνούσε το πονεμένο του σώμα, αυξάνοντας την επιθυμία του να σηκωθεί από το έδαφος και να σταθεί στα πόδια του. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πως βρέθηκε σε αυτή την κατάσταση. Το μόνο που θυμόταν, ήταν πως είχε ξεκινήσει νωρίς το απόγευμα με τον πατέρα του για να μαζέψουν ξύλα στο κοντινό δάσος. Ο χειμώνας πλησίαζε νωρίτερα αυτή την χρονιά και οι αποθήκη τους ήταν άδεια. Θυμήθηκε πως αυτή ήταν πάντα μια από τις δουλειές που έκανε με την αγαπημένη του μητέρα, πριν εκείνη αφήσει την τελευταία της πνοή την περασμένη άνοιξη. Η τελευταία του σκέψη και τα συναισθήματα που την συνόδευαν εξαφανίστηκαν απότομα, όταν στα αυτιά του έφτασε μια γυναικεία φωνή. Ο αέρας είχε δυναμώσει και το σκοτάδι είχε απλώσει τις παγωμένες του φτερούγες σε κάθε σπιθαμή του δάσους. Σκέφτηκε πως το μυαλό του είχε αρχίσει να παίζει περίεργα παιχνίδια, για να τον προστατέψει από τις σκέψεις εκείνες που θα του προκαλούσαν τον μεγαλύτερο πόνο. Με σφιγμένα δόντια και κάνοντας χρήση όλων των δυνάμεων που είχαν απομείνει στο κουρασμένο του σώμα, κατάφερε να σηκωθεί και να τινάξει από πάνω του το χώμα και μαζί τους φόβους, που προσπαθούσαν να στοιχειώσουν την ήδη περίεργη κατάσταση που βίωνε. Η φωνή όμως έφτασε και πάλι στα αυτιά του, ίσως να μην είχε σταματήσει ποτέ. Άκουσε προσεκτικά και διαπίστωσε πως ήταν ένα άγνωστο τραγούδι, μα συγχρόνως τόσο γνώριμο. Ένα τραγούδι που έμοιαζε να χρησιμοποιεί τον αέρα, για να μεταφερθεί σε κάθε γωνιά του σκοτεινού δάσους. Φόβος δεν υπήρχε πλέον στην καρδιά του, κανένας δαίμονας δεν θα μπορούσε να αναπαράγει αυτή την μελωδία. Με γενναία βήματα ξεκίνησε, αποφασισμένος να ανακαλύψει την πηγή αυτού του τραγουδιού. Ένιωθε πως το δάσος τον ρουφούσε όλο και πιο βαθιά στην σκοτεινή του απεραντότητα, αλλά εκείνος συνέχισε να το διασχίζει με αποφασιστικότητα, νιώθοντας όλες του τις δυνάμεις να έχουν επανέλθει. Η ένταση του τραγουδιού είχε πλέον δυναμώσει, βρισκόταν τόσο κοντά που ένιωθε την καρδιά του έτοιμη να σπάσει από ανυπομονησία. Είχε φτάσει πλέον στις όχθες μιας λίμνης, το φως της πανσέληνου έλουζε ανεμπόδιστο από τα κλαδιά των δέντρων, τα σκοτεινά νερά της. Την είδε καθισμένη στην όχθη, με τα πόδια της βουτηγμένα στο νερό. Ο άνεμος ανακάτευε τα μακρυά μαλλιά της, σκεπάζοντας το πρόσωπο της. Οι ήχοι του δάσους έμοιαζαν να συμμετέχουν σε μια φανταστική ορχήστρα, που συνόδευε την λυπημένη μελωδία της φωνής που τον οδήγησε εκεί. Γύρισε και τον κοίταξε χαμογελώντας. Ο μικρός Esben ένιωσε για πρώτη φορά την καρδιά του να σφίγγεται από τα παγωμένα δάχτυλα του φόβου. Τα χείλη της ήταν κλειστά και το τραγούδι έφτανε όλο και πιο δυνατά στα αυτιά του. Τα χείλη της ήταν κλειστά και του θύμιζαν εκείνα της μητέρας του. Τον πλησίασε με γοργές κινήσεις, αφήνοντας το φως του φεγγαριού να αποκαλύψει όλα τα γνώριμα χαρακτηριστικά που τόσο του είχαν λείψει.
Διώξε τον φόβο από την καρδιά σου, του είπε χαϊδεύοντας του προστατευτικά το κεφάλι.
Δεν είσαι η μητέρα μου, της αποκρίθηκε ο Esben, σφίγγοντας με πείσμα τις μικρές του γροθιές.
Μα φυσικά και δεν είμαι, του είπε καθώς γονάτιζε μπροστά του.
Και τότε ποια είσαι?
Όλοι εκείνοι που έρχονται να με συναντήσουν, θα δουν αυτό που θέλουν να δουν. Ένα αγαπημένο πρόσωπο που θα διώξει όλους τους φόβους μακρυά. Θα ακούσουν το αγαπημένο τους τραγούδι, ακόμα και αν είναι ένα τραγούδι που το ακούν για πρώτη φορά στην ζωή τους.
Είσαι η μάγισσα αυτού του δάσους, είπε ο μικρός Esben, νιώθοντας μια περίεργη ευφορία να κατακλύζει τις μέχρι τότε ανήσυχες και φοβισμένες του σκέψεις.
Έχω πολλά ονόματα και πολλές ιδιότητες του είπε εκείνη χαμογελώντας.
Ο Esben την κοίταξε απορημένος.
Όταν πάω εγώ να συναντήσω κάποιον, όλα είναι διαφορετικά. Οι χειρότεροι εφιάλτες του δεν μπορούν να περιγράψουν αυτό που πρόκειται να βιώσει.
Για πρώτη φορά ο Esben διέκρινε μια δαιμονική λάμψη στα μάτια της μάγισσας.
‘Ελα του είπε, πρέπει να σε οδηγήσω έξω από αυτό το δάσος. Έμεινες αρκετό καιρό στο σκοτάδι, ο ήλιος ξέχασε το γλυκό σου πρόσωπο και αυτό δεν μπορώ να το επιτρέψω.
Την ακολούθησε μέχρι την άκρη του δάσους και τα μάτια του έλαμψαν καθώς αντίκρισε την καταπράσινη και φωτεινή πεδιάδα που απλωνόταν μπροστά του.
Πήγαινε τώρα, του είπε καθώς τον αγκάλιασε προστατευτικά. Εδώ τελειώνει ο δικός μου δρόμος.
Ο Esben την φίλησε δακρυσμένος και έμεινε για λίγο αναποφάσιστος καθώς την έβλεπε να κατευθύνεται στο σκοτεινό δάσος.
Που πας, της φώναξε δυνατά.
Να επισκεφτώ τον πατέρα σου, αποκρίθηκε εκείνη.
Ο μικρός Esben χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό.

Download 03 marching song.mp3 from FileFactory.com

Download 05 corridors.mp3 from FileFactory.com

Comments
2 Responses to “Esben & the Witch”
  1. Raggedy Man says:

    Απόλυτα ΓΑΜΑΤΟ κείμενο…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: