Μεταπολίτευση generation, we love you (and your brothers too)

Πάλι άργησα. Γοργό βήμα, παντ-παντ, η καρδιά χορεύει drum’n’bass, αναθεματίζω την ώρα και την στιγμή που ξεκίνησα το κάπνισμα, που δεν θα το κόψω και ποτέ γιατί πιστεύω στην αβάσταχτη γοητεία της φυματίωσης και στρίβω στο στενό. Με περιμένεις, σκυφτός και καθιστός σε ένα πεζούλι, με το discman στα χέρια σου. Εύχομαι να ακούς Jeff Buckley, Bob Lind ή έστω Beach Boys. Αλλά πλησιάζοντας, ακούω από την διαπασών των ακουστικών σου το Bored άρα Andrenaline άρα Deftones άρα Ι’m not in the mood to call you hunny-bunny. Mε το πιο δακρύβρεχτο ύφος κακοποιημένου και παρατημένου στους πέντε δρόμους κουταβιού, σου ακουμπάω τον ώμο. Με κοιτάς με βλέμμα Samuel L. Jackson έτοιμου να μου ψάλλει τον Εζεκιήλ, μου δίνεις τα εισιτήρια και μέσα από τα δόντια προφέρεις “προχώρα”. Μπαίνουμε, πάω να πάρω τα εξιλαστήρια ποπ-κορν, not πολύ βουτυρωμένα nor πολύ αλμυρά, όσο εσύ ψάχνεις να μας βρεις θέσεις. Σου παίρνω και το καταλαγιαστικό Jameson, που οι Ιρλανδοί είχαν έφεση και χόρευαν πάνω στα βαρέλια του όσο το έφτιαχναν και το ράντιζαν με τριφυλλόζωμο κάνοντας του κέλτικα βουντού. Καθόμαστε. Sssshh, it starts and it’s not over until the fat lady sings.

Μμμ, η αρχή θέλει υπερπαραγωγή, καινοτομία και θαύματα. Θέλει άνοιγμα αυλαίας με τροφαντά αγγελάκια με τρομπέτες να ρίχνουν αστερόσκονη, θέλει Γ.Παπανδρέου να σταματάει το γυμναστήριο και να κάνει εγγραφή μέλους στα Βλάχικα, θέλει τον ΠΑΟΚ να παίρνει το Champions League, θέλει τον David Bowie να ανακοινώνει τουρνέ και πρώτος του σταθμός να είναι το σαλόνι του σπιτιού σου. Αρκούμαι βέβαια και σε αυτή την επαφή που απαιτεί μία μικρή κίνηση σου. Και ανατρέπονται όλα.Φτάσαμε στην κορυφή έστω και για μία μέρα, λίγες ώρες ή κάποια λεπτά.

Το τέλος θέλει ησυχία. Εκείνο το μικρό μούδιασμα, εκείνο τον εκνευρισμό ή την ευημερία που θα νιώσεις μόλις κάτι τελειώνει και ή θα πεις ” Άλλο x χρονικό διάστημα που πήγε στράφι” ή “Τι ωραία που ήταν, να μην τελείωνε ποτέ”. Κοινός παράγοντας η κάθαρση. Το έκανες, τελείωσε, ανήκει στο παρελθόν, κάποια εμπειρία αποκόμισες ή κάτι παραπάνω έμαθες. ‘Οσο αδικημένος/η και αν νιώθεις από την ζωή, κάπου δικαιώθηκες. Το πρόβλημα είναι στην ανάλυση του μετέπειτα.

Με εκνευρίζει η υπερανάλυση. Ναι, σίγουρα, σε σύγκριση με την τάδε ταινία, για παράδειγμα, του x σκηνοθέτη-σκι (το τελευταίο διάστημα συνήθως παίζουν ονόματα όπως Ταρκόφσκι, Κισκλόφσκι, Αρανόφσκι για εγγύηση ποιότητας, θα πάρω και εγώ πέδιλα του σκι και θα τα κολλήσω στο επώνυμο), αυτό που είδες είναι μία παπαραπάρα και μισή, τι θέλει να πει ο ποιητής, άτοπο, άστοχο, τς,τς,τς. Ήρεμησε, πάρε βαθιές αναπνοές και σκέψου λογικά γιατί εσύ δεν ανήκεις στην γενιά των δικαιομένων σκηνοθετών με κοκκάλινα γυαλιά που έχουν την πολυτέλεια να αγαπούν να μισούν τον εαυτό τους και να τρέχουν για ψυχανάλυση μόλις πιουν το μεσημεριανό nespresso τους. Ανάγοντας αυτή τη κρίση σε γενικό φαινόμενο, σταμάτα να γκρινιάζεις για να έχεις άποψη. Η άποψη, εξάλλου, είναι και αυτή μία κοινή θνητή, που μετριέται από το πεντιγκρέ του ιδιοκτήτη της.

Βγαίνουμε από την picturesque αίθουσα. Η βαβούρα των αναλυτών μας κάνει να φύγουμε από το μέρος. Μου αρέσει που το βήμα σου είναι σταθερό, λες και ξέρεις πάντα που πας. Η Αθήνα δεν είναι όμορφη. Αλλά δεν αναζητώ το όμορφο. Μερικές φορές, από το πιο βρώμικο δρόμο βλέπεις την ομορφότερη αλήθεια. Ναι, πηγαίνουμε προς το γνωστό μέρος. Και σε αυτή την ησυχία, είναι λες και ακούμε το soundtrack της ζωής μας. Δύο κιθάρες, ένα μπάσο, 1-2 αρμόνια και ντράμς πρέπει να είναι σίγουρα μέσα. Χαμογελάω και σε κάνω να γυρίσεις. Νιώθουμε λες και δεν πατάμε στο έδαφος. Η ομορφότερη θέα, στο λόφο που φτάσαμε.

Έρχεται και εκείνη η κούραση που περίμενε στοϊκά στην ουρά τόση ώρα. Όχι η κούραση από την προσμονή για την μεγάλη αλλαγή, αλίμονο. Τι Γιώργος τι Κώστας, τι εξωτερικό τι εδώ, τι Θεός τι Αλλάχ, τι έφηβος τι ενήλικας, όχι. Η κούραση από την εμπειρία. Που ουσιαστικά δεν είναι κούραση. Είναι o γλυκός κόπος της κίνησης. Της δημιουργίας. Είτε ενός μουσικού κομματιού, είτε ενός έργου τέχνης, είτε ενός συναισθήματος. Με πιάνεις από το χέρι και παίρνουμε το δρόμο του γυρισμού.

Την έννοια του κυκλικού χρόνου την ξέρετε;  ε, την μάθατε.

Κάθε φορά που μπαίνω σε ταξί εύχομαι για ένα σιωπηλό οδηγό, αν είναι
και μελαγχολικός ακόμα καλύτερα, όχι πολύ όμως γιατί ίσως νιώσει την
παρόρμηση να μου αδειάσει την ψυχή του. Αυτά τα μεταλλικά κίτρινα
κλουβιά στιγμιαίων συνεδριών είναι η συνηθισμένη μου επιλογή μεταφοράς και η μόνη μου άμυνα απέναντι στην ψυχοφθόρα συνομιλία με τους εκπροσώπους της κίτρινης φυλής, είναι τα ακουστικά που βρίσκονται στα αυτιά μου. Είναι από εκείνες τις μέρες που δεν θέλω να ακούσω για την ομάδα Ε, την χρυσή εποχή του Γεωργίου Παπαδόπουλου, την ανικανότητα της κυβέρνησης, την οικονομική κρίση ή τις κατακτήσεις του ακαταμάχητου και φιλήδονου οδηγού. Προσπαθώ να βολευτώ στο πίσω κάθισμα ενώ ψάχνω με μανία τα mp3 μου, το dance mother των Telepathe μοιάζει ως η ιδανικότερη επιλογή και καθώς αφήνω το κεφάλι μου να ακουμπήσει στο παράθυρο ακούω το sinister militia να σκεπάζει
την φωνή του ταρίφα…too late my friend.

“Τρέχοντας φτάνουμε εκεί που θέλουμε, περπατώντας φτάνουμε εκεί που είναι ο προορισμός μας” είχα γράψει κάποτε σε εκείνο το εφηβικό τετράδιο σημειώσεων. Χαμογελώ καθώς σκέφτομαι όλη εκείνη την άνευ λόγου και αιτίας στυλιζαρισμένη μελαγχολία που γέμιζε τις σελίδες με ακατανόητες εκφράσεις που προσπαθούσαν να μοιάσουν με ποίηση.
Είναι όμως μια φράση που μου έρχεται στο μυαλό κάθε φορά που ακούω “γιατί τρέχεις παιδάκι μου..ποιος σε κυνηγάει..?” από τον δύστυχο/η που περπατάει μαζί μου. Είμαι σίγουρος πως θα αργήσεις και αυτή την φορά αλλά μια ανεξήγητη παρόρμηση ενεργοποιεί το μέρος εκείνο του εγκεφάλου που στέλνει εντολές στα νεύρα των άκρων για μεγαλύτερη ταχύτητα, περισσότερη ενέργεια ή τουλάχιστον όση απαιτείται για να φτάσω πιο σύντομα στον προορισμό μου ανατρέποντας και κάνοντας συντρίμμια τα τσιτάτα των εφηβικών μου ανησυχιών.

Αναρωτιέμαι γιατί πάντα οι άνθρωποι προσπαθούν να προσδώσουν τα δικά τους χαρακτηριστικά στα πρόσωπα και τα αντικείμενα που αγαπούν.”Ο σκύλος μου συμπεριφέρεται σαν άνθρωπος, μερικές φορές έχω την αίσθηση πως θα μου μιλήσει”. Όχι ηλίθιε ο σκύλος σου δεν συμπεριφέρεται σαν άνθρωπος και αν το κάνει, αυτό οφείλεται στην απεγνωσμένη σου προσπάθεια να τον εξανθρωπίσεις και να νιώσεις πως η επιρροή που του ασκείς έχει κάποιο ανώτερο λόγο ύπαρξης. Αν από την άλλη όντως σου μιλήσει, χαλάρωσε και κάτσε κάπου αναπαυτικά γιατί το τριπακι που πήρες είναι δυνατό και πολλά υποσχόμενο. Φοβόμαστε την διαφορετικότητα γιατί δεν ξέρουμε πως να την χειριστούμε, φοβόμαστε οτιδήποτε βρίσκεται έξω από το οπτικό μας πεδίο, το κρίνουμε γιατί δεν μπορούμε να το καταλάβουμε και αν έρθουμε σε επαφή μαζί του προσπαθούμε να του προσδώσουμε τα δικά μας γνώριμα χαρακτηριστικά. Είναι λογικό λοιπόν μετά από όλη αυτή την προσπάθεια που καταβάλλουμε να τα ακουμπάμε στον shrink για να θυμηθούμε ποιοι είμαστε, λες και ποτέ ξέραμε.

Αναρωτιέμαι γιατί πνίγηκα στον παραπάνω συνειρμό και όπως τις περισσότερες φορές η απάντηση βρίσκεται κάτω από την μύτη σου ή βαθιά χωμένη στα αυτιά σου. Το sleep deprivation των Simian Mobile Disco δίνει ρυθμό στον γρήγορο βηματισμό μου και μου θύμισε εκείνο το άρθρο του Κωνσταντίνου Β στο 01 για την “πονεμένη techno”. Η μουσική δεν είναι ποτέ πονεμένη, οι άνθρωποι είναι, σφυρίζω μέσα από τα δόντια μου η τουλάχιστον έτσι νομίζω καθώς αδυνατώ να καταλάβω γιατί σκέφτηκα αυτό το άρθρο ακούγοντας ένα techno κομμάτι το οποίο σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ πονεμένο.

Επιλέγουμε άραγε τους ανθρώπους που έχουμε την αίσθηση πως μας ταιριάζουν με βάση τα δικά μας χαρακτηριστικά? Χέζουν οι αρκούδες στο δάσος ή χρησιμοποιούν χημικές τουαλέτες και χαρτί υγείας με βελούδινη υφή? Έχουμε όμως πλήρη γνώση των δικών μας χαρακτηριστικών ή επιλέγουμε τα στοιχεία εκείνα που πιστεύουμε ακράδαντα πως μας κολακεύουν? Δεν θα μπορούσα να αντέξω μια ρέπλικα του εαυτού μου, όσο ελκυστικό και αν φαίνεται σαν σκέψη. Ποιο άλλωστε το όφελος από κάτι τέτοιο? Η ασφάλεια που σου προσφέρει η συγκεκριμένη κατάσταση δεν μπορεί να συγκριθεί με τη πρόκληση της επαγρύπνησης που προσφέρει το κάθε σου βλέμμα, η κάθε σου λέξη. Πως μπορεί κάποιος να νιώσει τα μάτια του ανοιχτά όταν επιλέγει να κολυμπήσει στην περιφραγμένη με μεταλλικό δίχτυ ιδιωτική παραλία που ανήκει στην αφεντιά του. Yeah! Sharks patrol these waters και αυτό είναι που στέλνει το αίμα στην καρδία μου με ορμή που σε προχωρημένη ηλικία θα ήταν ταυτόσημη με το θάνατο.

Έξω από τον κινηματογράφο έχει αρχίσει να μαζεύται κόσμος και εσύ φυσικά έχεις αργήσει. Αναθεματίζω τον εαυτό μου που δεν έχει να πάρει ένα γαμωκινητό εδώ και τόσο καιρό. Ο κόσμος αρχίζει να μειώνεται αισθητά, τους καταπίνει η είσοδος του κινηματογράφου, ο ελεγκτής στο βάθος σχίζει τα εισιτήρια και ο ήχος που παράγεται από αυτή την ενέργεια μου τρυπάει τα αυτιά αψηφώντας επιδεικτικά την ένταση των ακουστικών μου. Έχω την αίσθηση πως με κοιτάζει με το πιο σαρκαστικό βλέμμα του κόσμου. Ανάβω άλλο ένα τσιγάρο και παρατηρώ ένα τύπο που έχει ξεμείνει και αυτός περιμένοντας με τα εισιτήρια στο χέρι. Στοιχηματίζω πως θα έρθεις πριν από αυτόν/η που περιμένει και χάνω μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα. Κάθομαι απογοητευμένος σε ένα πεζούλι και σκέφτομαι μήπως σου συνέβη κάτι, ανάβω άλλο ένα τσιγάρο και επιλέγω το Adrenaline ενώ σιγοψιθυρίζω fit and confide, before me or I ….I will come clean, it gets worse …. it’s more….I get bored

Written by both Scar & Bruise

Comments
One Response to “Μεταπολίτευση generation, we love you (and your brothers too)”
  1. olives says:

    statues in my mind

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: